Διευκρινίσεις ΑΑΔΕ για τέλος επιτηδεύματος αγροτών και ηλεκτρονικές αποδείξεις

Με εγκύκλιο του Διοικητού της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, κοινοποιούνται διατάξεις άρθρων του ν. 4797/2021 (Α’ 66) οι οποίες, μεταξύ άλλων, αφορούν την εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος για αγρότες και αλιείς παράκτιας αλιείας, καθώς και τις προϋποθέσεις καταβολής ή μη ηλεκτρονικών αποδείξεων για αγροτικά και εισοδήματα μισθωτών και συνταξιούχων.

Αναλυτικότερα, για τα προαναφερθέντα ζητήματα αναφέρονται τα εξής:

Άρθρο 25 «Εξαίρεση από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος για αγρότες και αλιείς παράκτιας αλιείας υπό όρους»

Με τις διατάξεις του άρθρου 25 τροποποιήθηκε το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 31 του ν.3986/2011 (Α’152) ώστε οι αγρότες κανονικού καθεστώτος για τους οποίους έχουν παρέλθει τα πρώτα πέντε (5) έτη από την ημερομηνία τήρησης βιβλίων και ένταξής τους στο κανονικό καθεστώς ΦΠΑ, καθώς και οι αλιείς παράκτιας αλιείας, που εκμεταλλεύονται, είτε ατομικά είτε με τη μορφή συμπλοιοκτησίας ή κοινωνίας αστικού δικαίου, αλιευτικά σκάφη μέχρι δώδεκα (12) μέτρων, μεταξύ καθέτων, να εξαιρούνται και για το φορολογικό έτος 2020 από την υποχρέωση καταβολής του τέλους επιτηδεύματος.

Άρθρο 37 «Απαιτούμενο ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής-Τροποποίηση της παρ.6 του άρθρου 15 και προσθήκη παρ.71 στο άρθρο 72 του ν. 4172/2013»

Με τις διατάξεις του άρθρου 37 ρυθμίζονται Ζητήματα που αφορούν στην υποχρέωση πραγματοποίησης δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, ανερχόμενων σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία -συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, που προβλέπονται στις διατάξεις της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013.

Πιο συγκεκριμένα, με την παρ. 1 του άρθρου 37, προστίθεται νέα περίπτωση γ1′ στην παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, ώστε για εισοδήματα που αποκτώνται και δαπάνες που πραγματοποιούνται από 1.1.2020 και μετά (παρ. 2 άρθρου 37), πέραν των αναφερόμενων στο δεύτερο εδάφιο της περ. β’ της παραγράφου 6 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013 (Α’ 167) ποσών, να μην περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του πραγματικού εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα επί του οποίου υπολογίζονται οι απαιτούμενες δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, εισοδήματα με έκτακτο χαρακτήρα, καθώς και έκτακτες αποζημιώσεις, αμοιβές, επιχορηγήσεις και οικονομικές ενισχύσεις που δόθηκαν στα πλαίσια αντιμετώπισης των συνεπειών εξάπλωσης της πανδημίας. Τα εισοδήματα έκτακτου χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στην νέα περ. γ1’της παρ. 6 του άρθρου 15 είναι τα ακόλουθα:

Τα εισοδήματα των παρ. 3 και 4 του άρθρου 15, δηλαδή οι εφάπαξ αποζημιώσεις λόγω διακοπής σύμβασης εργασίας ή άλλης σύμβασης (παρ. 3) και το καταβαλλόμενο ασφάλισμα στα πλαίσια ομαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συμβολαίων (παρ. 4).

ii. Το επίδομα εκπαίδευσης και επαγγελματικής κατάρτισης ανέργων, καθώς και το επίδομα αναζήτησης εργασίας στο πλαίσιο δράσεων συμβουλευτικής (παρ. 5 του άρθρου 64 του ν. 4756/2020 [Α’235]).iii. Η αγροτική επιδότηση πρόωρης συνταξιοδότησης.

iv. Η είσπραξη ασφαλιστικής αποζημίωσης ή οικονομικής ενίσχυσης, λόγω διάλυσης αλιευτικού σκάφους.

v. Έκτακτες αποζημιώσεις, αμοιβές, επιχορηγήσεις και οικονομικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στο πλαίσιο αντιμετώπισης των συνεπειών του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 και αποτελούν εισόδημα.

Με την παρ. 3 του άρθρου 37 προστίθεται νέα παράγραφος 71 στο άρθρο 72 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), με την οποία θεσπίζονται, ειδικά για το φορολογικό έτος 2020, ρυθμίσεις σχετικές με την πραγματοποίηση δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, κατά παρέκκλιση της περ. β’ της παρ. 6 του άρθρου 15 του ίδιου νόμου.

Ειδικότερα, με την περ. α’ της νέας παραγράφου 71 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013 (Α’ 167), αφενός επαναλαμβάνεται η ρύθμιση των δύο πρώτων εδαφίων της περ. γ’ της παρ. 6 του άρθρου 15 του ίδιου νόμου, ως προς το απαιτούμενο ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής και τον μη συνυπολογισμό στο πραγματικό εισόδημα του ποσού της εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 43Α και του ποσού της διατροφής που δίδεται στον/στην διαζευγμένο/-η σύζυγο ή σε μέρος συμφώνου συμβίωσης ή εξαρτώμενο τέκνο, εφόσον καταβάλλεται με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής και αφετέρου, θεσπίζονται ειδικές ρυθμίσεις για το φορολογικό έτος 2020, για τις περιπτώσεις που το δηλωθέν ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής υπολείπεται του απαιτούμενου, ως εξής:

i. Για τις περιπτώσεις που το δηλωθέν ποσό δαπανών που πραγματοποιήθηκαν εντός του φορολογικού έτους 2020 με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής είναι μεν χαμηλότερο του απαιτούμενου 30% του πραγματικού εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως αυτό προσδιορίζεται με την περ. β’ σε συνδυασμό με την περ. γ1′ της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, αλλά είναι υψηλότερο του 20% αυτού, ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή της κλίμακας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, προσαυξάνεται κατά έντεκα τοις εκατό (11%) επί της διαφοράς μεταξύ απαιτούμενου και του δηλωθέντος ποσού δαπανών που πραγματοποιηθήκαν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής.

Για παράδειγμα, φορολογούμενος με πραγματικό εισόδημα από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα ίσο με 15.000€, απαιτείται να δηλώσει πραγματοποιηθείσες εντός του φορολογικού έτους 2020 δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής ποσού τουλάχιστον 4.500€ (15.000*30%=4.500). Εάν αυτός δηλώσει δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής που ανέρχονται στο 25% (ανώτερο του 20%, αλλά υπολειπόμενου του απαιτούμενου 30%) του πραγματικού τους εισοδήματος (15.000*25%=3.750€), τότε η προσαύξηση του φόρου της κλίμακας της παρ. 1 του άρθρου 15 θα είναι ίση με 82,5€ [(4.500-3.750)*11%=82,5].

ii. Για τις περιπτώσεις, όπου το δηλωθέν ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έτους 2020, υπολείπεται του 20% του πραγματικού εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, όπως αυτό προσδιορίζεται με την περ. β’, σε συνδυασμό με την περ. γ1′ της παρ. 6 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, τότε η προσαύξηση του φόρου που προκύπτει από την εφαρμογή της κλίμακας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013, αποτελείται από το άθροισμα δύο επί μέρους ποσών (α+β) και υπολογίζεται α) ως το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του είκοσι τοις εκατό (20%) του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα και του δηλωθέντος ποσού δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή είκοσι δύο τοις εκατό (22%) και, επιπροσθέτως, β) από το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου ποσού δαπανών και του είκοσι τοις εκατό (20%) του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή έντεκα τοις εκατό (11%).

Για παράδειγμα, φορολογούμενος με πραγματικό εισόδημα ίσο με 19.000 ευρώ και δηλωθείσες δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έτους 2020 ίσες με 1.850 ευρώ (οι απαιτούμενες δαπάνες είναι 19.000*30% = 5.700€), θα επιβαρυνθεί με προσαύξηση του φόρου που προκύπτει από την εφαρμογή της κλίμακας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4172/2013 ίση με 638€ (429€+209€). Το πρώτο μέρος της προσαύξησης των 429€ αντιστοιχεί στο 22% της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του 20% του πραγματικού εισοδήματος και του δηλωθέντος ποσού δαπανών {[(20%*19.000)-1850]*22% = 429€}. Το δεύτερο μέρος της προσαύξησης των 209€ αντιστοιχεί στο 11% της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του απαιτούμενου ποσού δαπανών και του 20% του πραγματικού εισοδήματος {[(30%*19.000)-(20%*19.000)]*11%=209€}.

Σε συνέχεια των παραπάνω , ορίζονται, ειδικά για το φορολογικό έτος 2020, περιπτώσεις φορολογουμένων που εξαιρούνται από την προσαύξηση του φόρου της κλίμακας της παρ. 1 του άρθρου 15 του ίδιου νόμου, σε περίπτωση που δεν πραγματοποίησαν εντός του έτους 2020 το απαιτούμενο ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής. Ο φόρος που προκύπτει κατά την εφαρμογή της κλίμακας της παρ. του άρθρου 15 δεν προσαυξάνεται για τις εξής κατηγορίες φορολογουμένων:

i. Για τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα, η οποία, σύμφωνα με τις κανονιστικές πράξεις που εκδόθηκαν για τον προσδιορισμό των πληττόμενων επιχειρήσεων από την εξάπλωση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID – 19, θεωρήθηκε ως πληττόμενη για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του έτους 2020.

ii. Για τα φυσικά πρόσωπα των οποίων η σύμβαση εργασίας ανεστάλη για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του έτους 2020 λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού COVID – 19, σύμφωνα με το άρθρο δέκατο τρίτο της από 14.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 64), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4682/2020 (Α’ 76), το άρθρο 11 της από 20.3.3020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (Α’ 83) και το άρθρο 68 του ν. 4756/2020 (Α’ 235),

iii. Για τα φυσικά πρόσωπα των οποίων η σύμβαση ναυτολόγησης ανεστάλη κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε διαστήματος εντός του 2020 με βάση το άρθρο εξηκοστό τρίτο της από 30.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 75), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4684/2020 (Α’ 86), όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την από 1.5.2020 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Α’ 90), η οποία κυρώθηκε με τον ν. 4690/2020 (Α’ 104),

iv. Για τα φυσικά πρόσωπα τα οποία εντάχθηκαν στον μηχανισμό ενίσχυσης «ΣΥΝ-ΕΡΓΑΣΙΑ» ανεξαρτήτως χρονικού διαστήματος εντός του 2020, σύμφωνα με το άρθρο 31 του ν. 4690/2020 και το άρθρο 123 του ν. 4714/2020 (Α’ 148), όπως τα πρόσωπα αυτά θα αποσταλούν στη Φορολογική Διοίκηση από το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων,

v. Για τα φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι ιδιοκτήτες ακινήτων, που έλαβαν μειωμένο μίσθωμα εντός του 2020, για το οποίο έχει υποβληθεί έστω και μία εγκεκριμένη δήλωση COVID – 19, κατόπιν σχετικής επεξεργασίας από την ΑΑΔΕ, σύμφωνα με το άρθρο δεύτερο της από 20.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020, όπως διαμορφώθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 33 του ν. 4753/2020 (Α’ 1227) και την παρ. 2 του άρθρου 13 του ν. 4690/2020 (Α’ 104), όπως ισχύουν μετά και την τροποποίησή τους με το άρθρο 54 του ν. 4758/2020 (Α’ 242),

vi. Για τους φορολογούμενους που είχαν συμπληρώσει το εξηκοστό (60ό) έτος της ηλικίας τους στις 31 Δεκεμβρίου 2019.

Τέλος, με την περ. β’. της νέας παραγράφου 71 του άρθρου 72 του ν. 4172/2013, ορίζεται πως, ειδικά για το φορολογικό έτος 2020, οι διατάξεις της περ. α’, εφαρμόζονται αναλόγως για τα εισοδήματα από ακίνητη περιουσία, που φορολογούνται με την κλίμακα της παραγράφου 4 του άρθρου 40 του ίδιου νόμου.

Related Articles

Αφήστε μια απάντηση

Back to top button